countdown

Μετράμε αντίστροφα για την ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΗ:

Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Ατομικά εφόδια

«Πηγαίνουμε διακοπές»

Θα πάμε διακοπές, ο μπαμπάς μου, η μαμά μου κι εγώ. Είμαστε όλοι πολύ χαρούμενοι.

Βοηθήσαμε τη μαμά να ταχτοποιήσει όλο το σπίτι, βάλαμε παντού καλύμματα και, εδώ και δυο μέρες, τρώμε στην κουζίνα ( Μέσα σε ένα σακουλάκι έβαλα την καραβάνα, το ποτήρι, το μαχαίρι, το πιρούνι και το κουτάλι μου. Πήρα και το παγούρι…). Η μαμά είπε : « Πρέπει να τελειώσουμε ο,τι περισσεύει», γι’ αυτό τρώμε κονσέρβες φασόλια. Εμένα, μέχρι χτες το βράδυ μου άρεσαν, αλλά όταν έμαθα ότι περίσσευαν ακόμα δυο κονσέρβες, μια για το μεσημέρι και μια για το βράδυ, ήθελα να βάλω τα κλάματα.

Σήμερα ετοιμάσαμε τα πράγματά μας, γιατί φεύγουμε αύριο το πρωί με ένα τρένο, που για να το προλάβουμε, πρέπει να ξυπνήσουμε στις έξι.

- Αυτή τη φορά, είπε η μαμά, δεν πρέπει να είμαστε φορτωμένοι με πράγματα.

- Έχεις απόλυτο δίκιο, αγάπη μου, είπε ο μπαμπάς. Ούτε να το σκεφτώ δεν θέλω ότι θα κουβαλάω πάλι ένα σωρό κακοδεμένα πακέτα. Θα πάρουμε το πολύ 3 βαλίτσες! ( ένα Προσκοπικό σακίδιο και ένα σακιδιάκι πλάτης είναι αρκετά, πιστεύω…)

- Σωστά, είπε η μαμά, θα πάρουμε την καφέ που δεν κλείνει καλά, αλλά με ένα σπάγκο θα κρατήσει, την μπλε την μεγάλη, και τη μικρή της θείας Ελβίρας ( και σίγουρα θα βάλουμε μέσα πιτζάμες, υπνόσακο και υπόστρωμα. Άντε, ίσως και ένα φουσκωτό μαξιλαράκι).

- Μάλιστα, είπε ο μπαμπάς.( Και πρόσθεσε ότι θα έπρεπε οπωσδήποτε να πάρουμε φακό με εφεδρικές μπαταρίες. Ίσως και φωτογραφική μηχανή, σουγιά ή κάποιο μουσικό όργανο.)

Εμένα μου άρεσε πολύ που συμφωνούσαμε όλοι, γιατί είναι αλήθεια πως κάθε φορά που φεύγουμε διακοπές, κουβαλάμε ένα σωρό πακέτα και ξεχνάμε πάντα εκείνο που έχει μέσα τα πιο σημαντικά. Όπως τότε που ξεχάσαμε το πακέτο με τα βραστά αυγά και τις μπανάνες και είχαμε πρόβλημα, γιατί εμείς δεν τρώμε στο εστιατόριο του τρένου( ή τότε που ξέχασα να πάρω αρβυλάκια και στραμπούλιξα το πόδι μου και τότε που ξέχασα να πάρω αδιάβροχο και έγινα μούσκεμα).Ο μπαμπάς λέει πως στο τρένο τρως πάντα το ίδιο φαγητό, μοσχαρίσια γλώσσα με πατάτες, γι΄ αυτό εμείς δεν πάμε εκεί και παίρνουμε μαζί μας βραστά αυγά και μπανάνες. Είναι νόστιμα και τα βολεύουμε με τα φλούδια, αν και οι άλλοι στο βαγόνι δεν είναι ευχαριστημένοι.

Ο μπαμπάς κατέβηκε στην αποθήκη να φέρει την καφέ βαλίτσα που δεν κλείνει καλά, την μπλε την μεγάλη και τη μικρή της θείας Ελβίρας κι εγώ ανέβηκα στο δωμάτιό μου για να πάρω τα πράγματα που χρειάζομαι για τις διακοπές ( εκτός των άλλων πήρα οδοντόβουρτσα, οδοντόκρεμα, χτένα, μπατονέτες, σαπούνι, χαρτομάντηλα, αφρόλουτρο, σαμπουάν και σφουγγάρι). Έκανα τρία πήγαινε έλα ,γιατί μαζεύτηκαν ένα σωρό μ΄ αυτά που έχω στην ντουλάπα μου, στα συρτάρια μου και κάτω από το κρεβάτι μου ( Ευτυχώς βρήκα τις σαγιονάρες για την θάλασσα, το αντηλιακό και την πετσέτα θαλάσσης. Α! και το μαγιό μου. Επίσης, η μαμά μου έδωσε πετσέτα για το πρόσωπο, για τα πόδια και για το ντουζ μετά την θάλασσα). Τα κατέβασα όλα στο σαλόνι και περίμενα τον μπαμπά. Ακούγαμε πολλούς θορύβους από την αποθήκη και μετά ο μπαμπάς έφτασε με τις βαλίτσες, κατάμαυρος και θυμωμένος.

- Αναρωτιέμαι γιατί βάζουμε τα μπαούλα πάνω από τις βαλίτσες που χρειάζομαι, γιατί αυτή η αποθήκη είναι γεμάτη κάρβουνο και γιατί είναι καμένη η λάμπα, ρώτησε ο μπαμπάς και πήγε να πλυθεί.

Όταν ο μπαμπάς γύρισε και είδε τα πράγματα που πρέπει να πάρω μαζί μου, έγινε πολύ κακός.

- Τι είναι αυτός ο χαμός; φώναξε ο μπαμπάς. Σου πέρασε από το μυαλό πώς θα κουβαλήσουμε τους αρκούδους σου, τα αυτοκινητάκια σου, τις μπάλες σου και τα επιτραπέζια παιχνίδια σου; ( όπως επίσης και λεφτά, το κινητό, το mp3 player, την τράπουλα και όλα τα άλλα που δεν θα σου χρειαστούν).

Τότε εγώ έβαλα τα κλάματα και το ασπράδι των ματιών του μπαμπά έγινε κατακόκκινο και μου είπε, «Νικόλα, ξέρεις πολύ καλά πως δεν μου αρέσει αυτό», και να του κάνω τη χάρη να σταματήσω τις κλάψες αλλιώς δεν θα με πάρει μαζί του διακοπές. Και μετά εγώ άρχισα να κλαίω πιο δυνατά, ε ναι, τι να κάνω;

- Νομίζω πως δεν χρησιμεύει σε τίποτα να φωνάζεις στο παιδί, είπε η μαμά.

- Θα φωνάζω στο παιδί, αν συνεχίσει να μου σπάει τα αυτιά και να κλαίει, λες και του καθαρίζουν κρεμμύδια, είπε ο μπαμπάς κι εμένα μου φάνηκε πολύ αστείο αυτό που είπε με τα κρεμμύδια.

- Βρίσκω πως δεν είναι πολύ σωστό να ξεσπάς στο παιδί, είπε η μαμά μιλώντας πολύ σιγά.

- Δεν ξεσπάω στο παιδί, λέω απλώς στο παιδί να σταματήσει, είπε ο μπαμπάς.

- Είσαι ανυπόφορος και κακοπροαίρετος, φώναξε η μαμά και δεν θα επιτρέψω να την πληρώνει πάντα το παιδί!

Τότε εγώ ξανάρχισα να κλαίω.

- Τι έπαθες πάλι; Γιατί κλαις τώρα; Με ρώτησε η μαμά και εγώ της εξήγησα πως έκλαιγα, γιατί φώναζε στον μπαμπά.

Τότε η μαμά σήκωσε τα χέρια ψηλά και πήγε να φέρει τα πράγματά της. Συζητήσαμε με τον μπαμπά για τα πράγματα που μπορούσα να πάρω. Άφησα τον αρκούδο, τα μολυβένια στρατιωτάκια και την πανοπλία του σωματοφύλακα και ο μπαμπάς με άφησε να πάρω τις δυο μπάλες, ένα επιτραπέζιο, το φρίσμπι, το κουβαδάκι, το φτυάρι, το τρένο και το τουφέκι (και 5-6 ανοιχτόχρωμα t-shirt, 3-4 βερμούδες, 5-6 ζευγάρια κάλτσες και 4-5 αλλαξιές εσώρουχα). Για το ποδήλατο θα του μιλήσω αργότερα. Ο μπαμπάς έπειτα ανέβηκε στο δωμάτιό του.

Άκουσα φωνές στο δωμάτιο του μπαμπά και της μαμάς και πήγα να δω, αν με χρειάζονταν. Ο μπαμπάς ρωτούσε την μαμά γιατί κουβαλούσε μαζί της τις κουβέρτες και το κόκκινο πάπλωμα.

- Σου εξήγησα πως στη Βρετάνη τη νύχτα κάνει ψύχρα, του είπε η μαμά ( Μπορεί να έχει και κουνούπια επειδή είναι παραθαλάσσια, γι’ αυτό θα πάρω και μια εντομοαπωθητική αλοιφή).

- Με την τιμή που πληρώνω στο ξενοδοχείο, απάντησε ο μπαμπάς, ελπίζω να μας δώσουν καμιά κουβέρτα. Ξενοδοχείο της Βρετάνης είναι, θα το ξέρουν πως κάνει ψύχρα τη νύχτα.

- Ίσως, έκανε η μαμά, αλλά αναρωτιέμαι πού θα βάλουμε αυτό το καλάμι του ψαρέματος που θέλεις ντε και καλά να πάρεις μαζί σου, ένας Θεός ξέρει γιατί.

- Για να ψαρέψω μαρίδες που θα τρώμε στην παραλία, καθισμένοι στις κουβέρτες, απάντησε ο μπαμπάς.

Και κατέβασαν τα πράγματα στο σαλόνι.

- Ξέρεις, είπε η μαμά, σκέφτομαι μήπως είναι καλύτερα να βάλουμε όλα αυτά τα μάλλινα και τις κουβέρτες στο μικρό μπαούλο με το ένα χερούλι αντί για την καφέ βαλίτσα.

- Μάλλον έχεις δίκιο, είπε ο μπαμπάς.

Πήγε να φέρει το μπαούλο και έβαλε μέσα όλα τα μάλλινα, αλλά το καλάμι δεν χωρούσε, ακόμα και λοξά και διπλωμένο.

- Δεν πειράζει, είπε ο μπαμπάς. Θα το πάρω χώρια, θα το τυλίξουμε σε χαρτί εφημερίδας κι αφού θα πάρουμε το μπαούλο, δε χρειαζόμαστε πια τη μεγάλη μπλε βαλίτσα. Να πάρουμε το μικρό καλάθι για τα άπλυτα. Μπορούμε να βάλουμε εκεί τα παιχνίδια του Νικόλα και τα πράγματα της θάλασσας.

- Σωστά, είπε η μαμά, τα φαγητά για το τρένο, θα τα κάνουμε πακέτο ή θα πάρουμε κι άλλο καλάθι. Σκέφτηκα να πάρουμε βραστά αυγά και μπανάνες.

Ο μπαμπάς είπε πως ήταν πολύ καλή ιδέα και πως θα έτρωγε τα πάντα, φτάνει να μην έτρωγε φασόλια. Για τα υπόλοιπα,(μπουφάν, φόρμα και φούτερ) πήραμε τη μεγάλη πράσινη βαλίτσα που είχε μέσα το παλιό πανωφόρι του μπαμπά. Και μετά η μαμά χτύπησε το μέτωπό της και είπε πως παραλίγο να ξεχάσουμε τις δυο ξαπλώστρες για την παραλία και εγώ έκανα το ίδιο για το ποδήλατό μου ( κι εγώ το ίδιο για το καπέλο μου). Ο μπαμπάς μας κοίταξε, λες και ήθελε και αυτός να μας χτυπήσει και μετά είπε, καλά, εντάξει αλλά αφού ήταν έτσι αυτός θα έπαιρνε το καλάθι και τα πράγματα του πικ νικ.( Κι εγώ θα πάρω πλήρη την Προσκοπική μου στολή, θα πάρω και δεύτερο ζευγάρι Προσκοπικές κάλτσες και θα πάρω και το κοντάρι μου). Εμείς συμφωνήσαμε κι ο μπαμπάς ήταν πολύ ευχαριστημένος.

Κι αφού συμφωνούσαμε όλοι, δεν είχα παρά να βοηθήσω τη μαμά να ετοιμάσει τα πακέτα στο σαλόνι, την ώρα που ο μπαμπάς κατέβαζε στην αποθήκη την καφέ βαλίτσα που δεν κλείνει καλά, αλλά που μ’ ένα σπάγκο στην άκρη θα άντεχε, την μπλε την μεγάλη και την μικρή της θείας Ελβίρας.

Από το βιβλίο «Ο μικρός Νικόλας σε νέες περιπέτειες», των Ρενέ Γκοσινί και Ζαν Ζακ Σαντιέ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.